ἀνήρ, ὁ
Ουσιαστικό, αρσενικό. Τρίτη κλίση.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση). – Οικογένεια λέξεων.
Α Ν Η Ρ > Σημασίες
(Ι) Άντρας
- Κατά το γένος, σε αντίθεση προς τη γυναίκα (Ρ435, φ323)
- Κατά την ηλικία, ο ώριμος, τελείως ανεπτυγμένος, στρατεύσιμος άντρας, σε αντίθεση προς τον «νέον» («ὁπλότερος» κτλ) και προς τον «γέροντα» («προγενέστερος ἀνήρ»)
- Κατά την τάξη, ο ελεύθερος άντρας, προπάντων ο ηγεμόνας και αρχηγός > πρβλ. «ἀνὴρ δήμου» (Β198) – «ἀνὴρ προϊκτης» (=επαίτης, ρ352)
- προς χαρακτηρισμό έξοχου άντρα προστίθεται πάντα κάποιος προσδιορισμός, π.χ., «ἀρχός, βασιλεύς, ἀγός, ἔξοχος κτλ ἀνήρ»
- συχνά, προστιθέμενο στα εθνικά («Ἀργεῖος ἀ.») καθιστά την έκφραση εντιμότερη: το ίδιο και στις εκφράσεις «ἄνδρες ἡμίθεοι, ἥρωες»)
- Με τιμητική έννοια, =ανδρείος, π.χ., «ἀνέρες ἔστε, φίλοι» (Ε529)
- Ο σύζυγος (Τ291, λ327)

(ΙΙ) Ἄνθρωπος, σε αντίθεση προς τους θεούς, ιδίως στον πληθ. (Α403), ιδίως στη φράση «πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε» (=Ζεύς), σπανιότερα στον ενικό (Ν321, Σ432, Σ433) || συχνό το «βροτός, θνητός ἀ.»
Α Ν Η Ρ > Μορφολογία (κλίση)
Ο Όμηρος χρησιμοποιεί τύπους από δύο διακριτά παραδείγματα κλίσης για τη λέξη (ανάλογα με τις ανάγκες του μέτρου).
(α) Υγρόληκτο, διπλόθεμο, ακατάληκτο σε -ήρ, γεν. -έρος.
| Ενικός | Δυϊκός | Πληθυντικός | |
| Ονομ. | ἀνήρ | ἀνέρε | ἀνέρες |
| Γεν. | ἀνέρος | [ἀνέρων] | |
| Δοτ. | ἀνέρι | ||
| Αιτ. | ἀνέρα | ἀνέρε | ἀνέρας |
| Κλητ. | [ἆνερ] |
(β) Υγρόληκτο, συγκοπτόμενο διπλόθεμο, ακατάληκτο σε -ήρ, γεν. -ρος.
| Ενικός | Δυϊκός | Πληθυντικός | |
| Ονομ. | ἀνήρ | ἄνδρε | ἄνδρες |
| Γεν. | ἀνδρός | ἀνδρῶν | |
| Δοτ. | ἀνδρί | ἀνδράσι | |
| Αιτ. | ἄνδρα | ἄνδρε | ἄνδρας |
| Κλητ. | ἄνερ |
Α Ν Η Ρ > Οικογένεια λέξεων
- Ονόματα κύρια (πρόσωπα),
- Κλιτές λέξεις (κυρίως ουσιαστικά).
(Ι) κύρια ονόματα, σύνθετα με τη λέξη Α Ν Η Ρ (29)
| Ἀγαπήνωρ | γιος του Αγκαίου, βασιλιά και στρατηγού των Αρκάδων (Β609) |
| Άγήνωρ | γιος του Αντήνορα και της Θεανούς, ένας από τους ανδρειότατους ήρωες της Τροίας (Δ467, Λ59) |
| [Ἀλεγήνωρ] | συνάγεται από το πατρωνυμικό Ἀλεγηνορίδης (Ξ503) |
| Ἀλέξανδρος | – ἀλέξω + ἀνήρ (= αυτός που αποκρούει τους άνδρες). – τιμητικό όνομα του Πάριδος, που του δόθηκε επειδή, όσο ήταν ποιμένας, αντιστάθηκε πολλές φορές με ανδρεία ενάντια σε ληστές (Γ16) |
| Ἀλκάνδρη | γυναίκα του Πολύβου στις αιγυπτιακές Θήβες (δ126) |
| Ἄλκανδρος | – ἀλκή + ἀνήρ. – Λύκιος που φονεύτηκε από τον Οδυσσέα (Ε678) |
| Ἀνδραίμων | – άντρας της Γοργούς, κόρης του Οινέα – πατέρας του Θόαντα, ο οποίος βασίλεψε μετά τον Οινέα στην Καλυδώνα της Αιτωλίας (Β638) |
| Ἀνδρομάχη | |
| Ἀντήνωρ | |
| Βιήνωρ | |
| Δεισήνωρ | |
| Ἐλεφήνωρ | |
| Ἐλπήνωρ | |
| [Εὐήνωρ] | |
| Εύχήνωρ | |
| Ἰάνειρα | |
| Ἴσανδρος | |
| Καλλιάνειρα | |
| Κασσάνδρη | |
| Καστιάνειρα | |
| Λύσανδρος | |
| Μετάνειρα | |
| Πείσανδρος | |
| Πεισήνωρ | |
| Προθοήνωρ | |
| Ῥηξήνωρ | |
| Ὑπερήνωρ | |
| Ὑπήνωρ | |
| Ὑψήνωρ |
(ΙΙ) κλιτές λέξεις, σύνθετες με τη λέξη Α Ν Η Ρ (24)
| ἀγαπήνωρ, ὁ | – ἀγαπάω + ἀνήρ. – αυτός που αγαπά τους άνδρες (= ανδρείους) ή την ἠνορέην (= ανδρεία) => ο ανδρείος – επίθετο των ηρώων |
| ἀγηνορίη, ἡ | – για καλό: ανδρεία, τόλμη, θάρρος, ευτολμία – για κακό: ύβρις, αυθάδεια |
| ἀγήνωρ, ὁ, ἡ | – ἄγαν + ἀνήρ. Ποιητικό. – για καλό: ανδρείος, θαρραλέος, αντρειωμένος, σύνηθες επίθετο των ηρώων – για κακό: υπερόπτης, υβριστής, αγέρωχος, αυθάδης |
| ἀνδράγρια, τά | – ἀνήρ + ἄγρα – λάφυρα, τα σκύλα, spolia, τα όπλα που αφαιρούνται από τον φονευθέντα πολέμιο |
| ἀνδρακάς (επίρρημα) | ἀνήρ + κάτα. (διανέμω) κατά άνδρα |
| ἀνδράποδον, τό | δούλος (Η475, ἅπαξ) |
| ἀνδραχθής, -ές | – ἀνήρ + ἄχθος. – αυτός που γίνεται επαχθές βάρος στους (άλλους) άνδρες, “χερμάδια” (κ121, ἅπαξ) |
| ἀνδρόκμητος | |
| ἀνδροκτασίη, ἡ | |
| ἀνδρόμεος, -έη, -εον | – που ανήκει σε άνθρωπο – μπορεί να είναι “κρέας”, “αίμα”, “χρώς” (= σώμα), “ὅμιλος”, “ψωμοί” (= τεμάχια κρέατος” – η κατάληξη της λέξης είναι μοναδική |
| ἀνδροτής [ἀδροτής] | |
| ἀνδροφάγος, -ον | – ανθρωποφάγος – επίθετο του Πολυφήμου |
| ἀνδροφόνος, -ον | – ανθρωποκτόνος – μπορεί να είναι πρόσωπο (Άρης, Έκτωρ), χεῖρες (του Αχιλλέα), φάρμακον (α261) |
| ἀνδροφόντης, ὁ [ἀνδρεϊφόντης] [ἀνδριφόντης] | – ἀνήρ + φονεύω. |
| ἀνήνωρ | |
| ἀντιάνειρα | |
| βοτιάνειρα [βωτιάνειρα] | |
| εὐήνωρ | |
| ἠνορέη | |
| κυδιάνειρα | |
| ῥηξηνορίη | |
| ῥηξήνωρ | |
| ὑπερηνορέω | |
| φθισήνωρ |

Αφήστε μια απάντηση