πολύς, πολλή, πολύ

Συντάχθηκε από

σε

πολύς, πολλή, πολύ

Επίθετο.

Άλλες μορφές: (α) πουλός, πουλλή, πουλύ, (β) πολλός, πολλή, πολλόν.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση). – Ετυμολογία.

Π Ο Λ Υ Σ > Σημασίες

(1) __

(α) Για πλήθος, __ πολύς, πυκνός, πολυάριθμος – για δύναμη ή μέγεθος, μέγας, δυνατός, ισχυρός, σφοδρός _ π.χ.

  • ὄμβρος (Κ7) = ραγδαία, άφθονη βροχή,
  • λαῖλαψ (Σ57) = σφοδρή θύελλα,
  • πῦρ (κ359) = μεγάλη ή πολλή φωτιά,
  • ὀρυμαγδός (Β810),
  • ὅμιλος (ρ67),
  • ὕπνος (ο394) = ο πολύς, μακρός ύπνος,
  • πολέος ἄξιος (Ψ562, θ405) = μεγάλης αξίας.

(β) Για τόπο, __ μέγας, ευρύς, εκτεταμένος _ π.χ.

  • πεδίον (Δ244) = ευρεία πεδιάδα,
  • πολλὴν ἐπὶ γαῖαν (ξ380, β364) = στην ευρεία γη, στη γη την οικουμένη,
  • κῦμα (Λ307),
  • πολλός τις ἔκειτο παρήορος (Η156) = κάποιος μεγάλος (σε μεγάλη έκταση) κειτόταν ξαπλωμένος.

(γ) Για χρόνο, __ μακρός, πολύς _ π.χ.

  • πολὺν χρόνον (Β343) = πολύν καιρό,
  • πολὺν ἐπὶ χρόνον (μ407).

(2) __ Ιδιωματική σύνταξη και χρήση

(1) Συχνά χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, σπάνια έναρθρο _ π.χ.

  • τὰ πολλά (β58, ρ537??) = τα περισσότερα, τα πλείστα,

αλλά κυρίως άναρθρο _ π.χ.

  • πολλά (Ι333),
  • πολλοί (Β483, Φ524) = οι περισσότεροι, ή και απλώς πολλοί.

Με γενική διαιρετική _ π.χ.

  • πολλοὶ Τρώων (Σ271),

το ίδιο και για το ουδέτερο ενικό _ π.χ.

  • πολλὸν σαρκός, βίης (τ450, λ185) = μεγάλο μέρος της σάρκας.

(2) Ως αυτοτελές κατηγορούμενο συνδέεται με άλλα επίθετα, με τη βοήθεια των συνδέσμων “καί” ή “τὲ καί” _ π.χ.

  • πολλὰ καὶ ἐσθλά (β312, δ96) = πολλά καλά,
  • πολέες τε καὶ ἐσθλοί (Ζ452, Υ526, ζ284), πολέες τε καὶ ἄλκιμοι (Φ586).

Το ιδίωμα αυτό δεν απαντάται μόνο στον Όμηρο, αλλά είναι γενικό της αρχαίας ελληνικής, βρίσκεται μάλιστα και στην καθομιλουμένη, ενώ λείπει ολοσχερὠς από τις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες).

Η σύνδεση αρκετές φορές γίνεται με τον σύνδεσμο “τέ – τέ”, όταν το “πολύς” επιτάσσεται _ π.χ.

  • παλαιά τε πολλά τε (β188).

(3) Το ουδέτερο (σε ενικό και πληθ.), πολύ, πολλόν, πολλά, λαμβάνεται συχνά στον Όμηρο ως επίρρημα (= πολύ) ή με τις έννοιες: πολλές φορές, συχνά, πολύν χρόνο (Α35, Ζ2, β151, ν29) _ π.χ.

  • μάλα πολλά (Β798, δ229, α1, μ268) = πάρα πολύ.

Συχνά επιτείνει το συγκριτικό _ π.χ.

  • πολὺ γλυκίων (Σ109), πολλὸν ἀμείνων, πολὺ μᾶλλον,

αλλά και στον υπερθετικό,

  • πολύ φέρτατος (Α581), πολὺ πλεῖσται (Ο448), πολὺ πρῶτος (Η162), πολλὸν ἄριστος (α521),

και με επιρρήματα,

  • πολὺ πρίν (Δ373).

Ενίοτε σημαίνει και μακριά, επί πολλήν έκταση _ π.χ.

  • πολ. προβαίνειν, προμάχεσθαι (Ζ125, Λ217), πολλὸν ἐπελθών (Υ178).

Π Ο Λ Υ Σ > Μορφολογία (κλίση)

>> Αρσενικό: πολύς, πουλύς / πολλός

ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
Ονομ.πολύς, πουλύς
πολλός
πολέες, πολεῖς
πολλοί
Γεν.πολέος
πολέων
πολλῶν
Δοτ.

πολλῷ
πολέ(ε)σσι,
πολέσι
πολλοῖσι
Αιτ.πολύν, πουλύν
πολλόν
πολέας
πολλούς
Κλητ.

>> Θηλυκό: πολλή

ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
Ονομ.πολλήπολλαί
Γεν.πολλῆςπολλάων,
πολλέων
Δοτ.πολλῇπολλῇσι
Αιτ.πολλήνπολλάς
Κλητ.

>> Ουδέτερο: πολύ, πουλύ / πολλόν

ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
Ονομ.πολύ
πολλόν

πολλά
Γεν.πολέος

πολλῶν
Δοτ.
πολλῷ
πολέεσσι
πολλοῖσι
Αιτ.πολύ, πουλύ
πολλόν

πολλά
Κλητ.

Π Ο Λ Υ Σ > Ετυμολογία

Παράγεται από κάποια πολύ αρχαία ρίζα με βασική σημασία “γεμίζω”. Από την ίδια ρίζα παράγεται το ρήμα “πίμπλημι”. ???? ??

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *