Κατηγορία: ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

  • ψυχή, ἡ

    ψυχή, ἡ

    ψυχή, ἡ

    Ουσιαστικό, θηλυκό. Πρώτη κλίση.

    ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση). – Οικογένεια λέξεων. – Ετυμολογία.

    Ψ Υ Χ Η > Σημασίες

    Κυριολεκτικά, η πνοή, αναπνοή – και επειδή αυτή είναι το σημείο της ζωής >>

    (Ι) ζωική δύναμη, ζωή, “ψυχή” _ π.χ.

    “τὸν ἔλιπε ψυχή” (Ε696) =

    (α) του έφυγε η ψυχή, λιποθύμησε, αλλἀ και

    (β) τον εγκατέλειψε η ψυχή, πέθανε (ξ426, για ζώο).

    Αυτή τη ζωική δύναμη την φαντάζονταν ως κάποια πραγματική ουσία, η οποία, όταν, ο άνθρωπος πέθαινε, έβγαινε είτε από το στόμα (από όπου προκύπτει η ΝΕ φράση “βγαίνει η ψυχή του” = πεθαίνει) είτε από κάποιο τραύμα (Ξ518, Π505).

    >> ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

    • Συνάπτεται με λέξεις όπως “μένος” (Ε296, Θ123), “αἰών” (Π453), “θυμός” (Λ334).

    Άλλες φράσεις:

    • ψυχῆς ὄλεθρος (Χ325)
    • περὶ ψυχῆς μάχομαι (χ245) = μάχομαι για τη ζωή μου
    • θέον περὶ ψυχῆς Ἕκτορος (Χ161, ι423)
    • (στον πληθ.) ψυχὰς παρθέμενοι (γ74, ι255) = διακινδυνεύοντας τη ζωή τους
    • ψυχὰς ὀλέσαντες (Ν763).

    (ΙΙ) η “ψυχή” των πεθαμένων, η οποία χωρίζεται από το σώμα με τον θάνατο, η σκιά που βρίσκεται στον Άδη: είναι χωρίς σώμα, αλλά διατηρεί τη μορφή του σώματος (Ψ65, Ψ106, λ84. λ205). Πρόκειται, λοιπόν, για ένα είδωλο, οπότε συνάπτονται οι δύο έννοιες “ψυχὴ καὶ εἴδωλον” (Ψ104, ω14). Με τη σημασία αυτή είναι αντίθετο προς το σώμα, το οποίο αποτελούσε το “εγώ” του αρχαίου Έλληνα (Α3).

    Από την ψυχή αυτή λείπει η πνευματική δύναμη και ζωή, οι “φρένες” (Ψ104). Μόνο η ψυχή του Τειρεσία διατηρεί τις “φρένες” της μετά θάνατον (κ493). Η ψυχή στον Άδη δεν έχει συνείδηση του εαυτού της (λ476) και μόνο όταν ποτιστεί με αίμα παίρνει πρόσκαιρα κάποιου είδους “ζωή” και συνείδηση (λ153, λ232).

    Καταστάσεις της ψυχής δεν μνημονεύνται στον Όμηρο.

    Ψ Υ Χ Η > Μορφολογία (κλίση)

    ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
    Ονομ.ψυχήψυχαί
    Γεν.ψυχῆςψυχέων
    Δοτ.ψυχῇ
    Αιτ.ψυχήνψυχάς
    Κλητ.

    Ψ Υ Χ Η > Οικογένεια λέξεων

    >> Ομηρικό Λεξιλόγιο

    ψύχω => η βάση για τον σχηματισμό όλων των άλλων μορφών.

    ἀναψύχω

    ἀποψύχω

    ψῦχος

    ψυχρός

    >> ΝΕ λεξιλόγιο

    ψυχικός, εμψυχώνω, (μετ)εμψύχωση, έμψυχος / άψυχος

    κατάψυξη, ψυκτικός, ψυγείο, αναψυκτικό, ψύκτης, ψύκτρα (η)

    Ψ Υ Χ Η > Ετυμολογία

    Προβληματική προέλευση. Παλιότερες απόψεις συνέδεαν την ελληνική λέξη με σανσκριτική ρίζα. Σήμερα θεωρείται πιθανή η άποψη ότι είναι προ-ελληνικής προέλευσης.

    Δεδομένου ότι στα αρχαία ελληνικά υπάρχει το ρήμα “πνέω” (= φυσώ, αναπνέω), οι φιλόλογοι θεωρούν ότι το ρήμα “ψύχω” σημαίνει “ψυχραίνω, ξηραίνω με τον αέρα”. Με την έννοια “ψυχραίνω”, βρίσκουμε στην πεζογραφία αντίστοιχες εκφράσεις προερχόμενες από άλλα ρήματα (ῥῖγος, κρύος, πάγος).

  • ἄλγος, τό

    ἄλγος, τό

    θυμός, ὁ

    Ουσιαστικό, ουδέτερο.

    ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση). – Οικογένεια λέξεων.

    Α Λ Γ Ο Σ > Σημασίες

    Πόνος, σωματικός και ψυχικός. Συνήθως, στον πληθ. = κόποι, ταλαιπωρίες, κακουχίες, θλίψεις κτλ. _ π.χ.

    • «ἄλγεα διδόναι» (Α96), «τεύχειν» (Α 110),
    • «ἄλγεα φέρω (μ427) = προξενώ, παρασκευάζω λύπες,
    • «ἄλγεα πάσχω» (Β667) = υποφέρω κόπους, κινδύνους, ιδίως πολεμικούς ή θαλάσσιους (α4) ή στο κυνήγι (ι121),
    • «ἄλγεα ἔχω»(λ582, λ593),
    • «κεῖται ἐν ἄλγεσσι θυμός» (φ88) = η καρδιά είναι βυθισμένη στις λύπες.

    Α Λ Γ Ο Σ > Μορφολογία (κλίση)

    ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
    Ονομ.ἄλγοςἄλγεα
    Γεν.
    Δοτ.ἄλγεσι
    Αιτ.ἄλγοςἄλγεα
    Κλητ.

    Α Λ Γ Ο Σ > Οικογένεια λέξεων

    >> Ομηρικό Λεξιλόγιο

    ἀλέγω

    άλεγίζω

    ἀλεγύνω

    ἀλγέω

    ἀργαλέος

    ἀπηλεγέως

    δυσηλεγής

    τανηλεγής

    ἀλεγεινός

    θυμαλγής

    ἀλγίων, ἄλγιστος

    >> ΝΕ λεξιλόγιο

    ισχιαλγία, νοσταλγία

    ανάλγητος, αναλγητικό

  • ἐνέπω

    ἐνέπω

    ἐνέπω

    Ρήμα. Πρώτη συζυγία.

    ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση).

    Ε Ν Ε Π Ω > Σημασίες

    (1) Λέω, διηγούμαι, αφηγούμαι, αγγέλλω _ π.χ.

    • μῦθον, ὄνειρον (Β80, Θ412),
    • ἄνδρα μοι ἔννεπε (α1) = ψάλλε / ονόμασέ μου τον άντρα, πες μου (για) τον άντρα
    • μνηστήρων θάνατον (ω414),
    • τοῦ παιδὸς μῦθον (λ492) = είδηση για το παιδί.

    (2) Λέω, μιλώ, διαλέγομαι _ π.χ.

    • πρὸς ἀλλήλους (Λ643).

    Ε Ν Ε Π Ω > Μορφολογία (κλίση)

    ΟριστικήΠροστακτ.Υποτακτ.Ευκτική
    Ενεστ.ἔννεπεἐνέποιμιΜετοχή
    ἐνέπων
    Παρατ.ἔννεπον
    Αόρ.ἔνισπονἐνίσπεςἐνίσπωἐνίσποιςΑπαρεμφ.
    ἐνισπεῖν
    Μέλλ.ἐνίψω
    ἐνισπήσω
  • πολύς, πολλή, πολύ

    πολύς, πολλή, πολύ

    πολύς, πολλή, πολύ

    Επίθετο.

    Άλλες μορφές: (α) πουλός, πουλλή, πουλύ, (β) πολλός, πολλή, πολλόν.

    ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση). – Ετυμολογία.

    Π Ο Λ Υ Σ > Σημασίες

    (1) __

    (α) Για πλήθος, __ πολύς, πυκνός, πολυάριθμος – για δύναμη ή μέγεθος, μέγας, δυνατός, ισχυρός, σφοδρός _ π.χ.

    • ὄμβρος (Κ7) = ραγδαία, άφθονη βροχή,
    • λαῖλαψ (Σ57) = σφοδρή θύελλα,
    • πῦρ (κ359) = μεγάλη ή πολλή φωτιά,
    • ὀρυμαγδός (Β810),
    • ὅμιλος (ρ67),
    • ὕπνος (ο394) = ο πολύς, μακρός ύπνος,
    • πολέος ἄξιος (Ψ562, θ405) = μεγάλης αξίας.

    (β) Για τόπο, __ μέγας, ευρύς, εκτεταμένος _ π.χ.

    • πεδίον (Δ244) = ευρεία πεδιάδα,
    • πολλὴν ἐπὶ γαῖαν (ξ380, β364) = στην ευρεία γη, στη γη την οικουμένη,
    • κῦμα (Λ307),
    • πολλός τις ἔκειτο παρήορος (Η156) = κάποιος μεγάλος (σε μεγάλη έκταση) κειτόταν ξαπλωμένος.

    (γ) Για χρόνο, __ μακρός, πολύς _ π.χ.

    • πολὺν χρόνον (Β343) = πολύν καιρό,
    • πολὺν ἐπὶ χρόνον (μ407).

    (2) __ Ιδιωματική σύνταξη και χρήση

    (1) Συχνά χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, σπάνια έναρθρο _ π.χ.

    • τὰ πολλά (β58, ρ537??) = τα περισσότερα, τα πλείστα,

    αλλά κυρίως άναρθρο _ π.χ.

    • πολλά (Ι333),
    • πολλοί (Β483, Φ524) = οι περισσότεροι, ή και απλώς πολλοί.

    Με γενική διαιρετική _ π.χ.

    • πολλοὶ Τρώων (Σ271),

    το ίδιο και για το ουδέτερο ενικό _ π.χ.

    • πολλὸν σαρκός, βίης (τ450, λ185) = μεγάλο μέρος της σάρκας.

    (2) Ως αυτοτελές κατηγορούμενο συνδέεται με άλλα επίθετα, με τη βοήθεια των συνδέσμων “καί” ή “τὲ καί” _ π.χ.

    • πολλὰ καὶ ἐσθλά (β312, δ96) = πολλά καλά,
    • πολέες τε καὶ ἐσθλοί (Ζ452, Υ526, ζ284), πολέες τε καὶ ἄλκιμοι (Φ586).

    Το ιδίωμα αυτό δεν απαντάται μόνο στον Όμηρο, αλλά είναι γενικό της αρχαίας ελληνικής, βρίσκεται μάλιστα και στην καθομιλουμένη, ενώ λείπει ολοσχερὠς από τις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες).

    Η σύνδεση αρκετές φορές γίνεται με τον σύνδεσμο “τέ – τέ”, όταν το “πολύς” επιτάσσεται _ π.χ.

    • παλαιά τε πολλά τε (β188).

    (3) Το ουδέτερο (σε ενικό και πληθ.), πολύ, πολλόν, πολλά, λαμβάνεται συχνά στον Όμηρο ως επίρρημα (= πολύ) ή με τις έννοιες: πολλές φορές, συχνά, πολύν χρόνο (Α35, Ζ2, β151, ν29) _ π.χ.

    • μάλα πολλά (Β798, δ229, α1, μ268) = πάρα πολύ.

    Συχνά επιτείνει το συγκριτικό _ π.χ.

    • πολὺ γλυκίων (Σ109), πολλὸν ἀμείνων, πολὺ μᾶλλον,

    αλλά και στον υπερθετικό,

    • πολύ φέρτατος (Α581), πολὺ πλεῖσται (Ο448), πολὺ πρῶτος (Η162), πολλὸν ἄριστος (α521),

    και με επιρρήματα,

    • πολὺ πρίν (Δ373).

    Ενίοτε σημαίνει και μακριά, επί πολλήν έκταση _ π.χ.

    • πολ. προβαίνειν, προμάχεσθαι (Ζ125, Λ217), πολλὸν ἐπελθών (Υ178).

    Π Ο Λ Υ Σ > Μορφολογία (κλίση)

    >> Αρσενικό: πολύς, πουλύς / πολλός

    ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
    Ονομ.πολύς, πουλύς
    πολλός
    πολέες, πολεῖς
    πολλοί
    Γεν.πολέος
    πολέων
    πολλῶν
    Δοτ.

    πολλῷ
    πολέ(ε)σσι,
    πολέσι
    πολλοῖσι
    Αιτ.πολύν, πουλύν
    πολλόν
    πολέας
    πολλούς
    Κλητ.

    >> Θηλυκό: πολλή

    ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
    Ονομ.πολλήπολλαί
    Γεν.πολλῆςπολλάων,
    πολλέων
    Δοτ.πολλῇπολλῇσι
    Αιτ.πολλήνπολλάς
    Κλητ.

    >> Ουδέτερο: πολύ, πουλύ / πολλόν

    ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
    Ονομ.πολύ
    πολλόν

    πολλά
    Γεν.πολέος

    πολλῶν
    Δοτ.
    πολλῷ
    πολέεσσι
    πολλοῖσι
    Αιτ.πολύ, πουλύ
    πολλόν

    πολλά
    Κλητ.

    Π Ο Λ Υ Σ > Ετυμολογία

    Παράγεται από κάποια πολύ αρχαία ρίζα με βασική σημασία “γεμίζω”. Από την ίδια ρίζα παράγεται το ρήμα “πίμπλημι”. ???? ??

  • πτολίεθρον, τό

    πτολίεθρον, τό

    πτολίεθρον, τό

    Ουσιαστικό, ουδέτερο. Δεύτερη κλίση.

    ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση).

    Π Τ Ο Λ Ι Ε Θ Ρ Ο Ν > Σημασίες

    Πόλη, πάντοτε με την ονομασία αυτής στη γενική _ π.χ.

    • Ἰλίου πτολίεθρον (Β133).

    Βλ. πόλις, πτόλις.

    Ο τύπος “πολίεθρον” είναι άχρηστος.

    Π Τ Ο Λ Ι Ε Θ Ρ Ο Ν > Μορφολογία (κλίση)

    Τύποι που εμφανίζονται στα ομηρικά έπη.

    ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
    Ονομ.πτολίεθρον
    Γεν.
    Δοτ.
    Αιτ.πτολίεθρονπτολίεθρα
    Κλητ.
  • πόλις (πτόλις), ἡ

    πόλις (πτόλις), ἡ

    πόλις, ἡ

    Ουσιαστικό, θηλυκό. Τρίτη κλίση.

    ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση). – Οικογένεια λέξεων. – Ετυμολογία.

    Π Ο Λ Ι Σ > Σημασίες

    (1) __ κυρίως, τόπος συναναστροφής και συγκατοίκησης ανθρώπων, πόλη,

    (α) ομοιόπτωτα προς το όνομα της πόλης _ π.χ.

    • πόλιν Τροίην (λ510), πόλιν Καλυδῶνα (Ι530)

    (β) κατ’εξοχήν η πατρίδα (α170, κ416)

    (γ) ἄκρη πόλις (Ζ88, Ζ257) = ακρόπολη.

    (2) __ τα περίχωρα της πόλης (ζ177)

    Στη φράση “πόλις καὶ ἄστυ” (Ρ144), κάποιοι θεωρούν ότι σημαίνει την κοινότητα, την πολιτεία >> (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. ἄστυ).

    Π Ο Λ Ι Σ > Μορφολογία (κλίση)

    (α) πόλις

    ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
    Ονομ.πόλιςπόλιες
    πόληες
    Γεν.πόλιος
    πόληος
    πολίων
    Δοτ.πόλει
    πόληι
    πολίεσσι
    Αιτ.πόλινπόλεις / πόλιας
    πόληας
    Κλητ.

    (β) πτόλις

    ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
    Ονομ.πτόλις
    Γεν.πτόλιος
    Δοτ.πτόλεϊ
    Αιτ.πτόλιν
    Κλητ.

    Π Ο Λ Ι Σ > Οικογένεια λέξεων

    >> Ομηρικό Λεξιλόγιο

    πολισσόος

    πτολίπορθος, πτολιπόρθιος

    ἀκρόπολις

    ἑκατόμπολις

    ἐρυσίπτολις

    πτολίεθρον

    πολίτης

    πολίζω

    >> ΑΕ λεξιλόγιο

    πολιτικός

    πολιτεύομαι (= συμμετέχω στις κρατικές υποθέσεις)

    πολιτισμός (= διοίκηση)

    Πολιεύς (αρσ.) = προστάτης πόλης / Πολιάς (θηλ.)

    Π Ο Λ Ι Σ > Ετυμολογία

    Με αναγωγή σε ΙΕ ρίζα, στην πόλιν ή πτόλιν αντιστοιχούν

    • η σανσκριτική λέξη pur, puram, γεν. purah (θηλ.) = πόλη, ακρόπολη,
    • η λιθουανική λέξη pilis (θηλ.) = οχυρό.

    Αρχική έννοια: κορυφή λόφου. Επίσης, περίκλειστο μέρος, συχνά σε ύψωμα, ακρόπολη.

  • ἑταῖρος, ὁ

    ἑταῖρος, ὁ

    ἑταῖρος, ὁ

    Ουσιαστικό, αρσενικό. Δεύτερη κλίση.

    Ε Τ Α Ι Ρ Ο Σ > Σημασίες

    Σύντροφος, φίλος αχώριστος, οπαδός.

    1 _ Στον Όμηρο, ιδίως για συστρατιώτες, συνοδοιπόρους, συμπλέοντες _ π.χ.

    (α) ο Αγαμέμνων αψηφά τον Αχιλλέα: “όταν πας στο σπίτι σου με τα καράβια και τους συμπολεμιστές σου, να βασιλεύεις στους Μυρμιδόνες” (και να μην κάνεις σε μένα τον καμπόσο)

    οἴκαδ’ ἰὼν σὺν νηυσί τε σῇς καὶ σοῖς ἑτάροισι __ (Α179)
    Μυρμιδόνεσσιν ἄνασσε, σέθεν δ’ ἐγὼ οὐκ ἀλεγίζω,

    (β) ο Οδυσσέας πασχίζει να σώσει τη ζωή του και τον γυρισμό των πρώην συμπολεμιστών του (και νυν πληρώματος στο καράβι που θέλουν να τους πάει στην πατρίδα

    ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων __ (α5)

    αλλά λέγεται και για

    (γ) συνδαιτημόνες

    ἔσκε δ’ ἐνὶ Τρώεσσι Ποδῆς υἱὸς Ἠετίωνος,
    ἀφνειός τ’ ἀγαθός τε· μάλιστα δέ μιν τίεν Ἕκτωρ
    δήμου, ἐπεί οἱ ἑταῖρος ἔην φίλος εἰλαπιναστής· __ (Ρ577)

    (δ) τους Μνηστήρες της Πηνελόπης

    τοῖσιν δ’ Εὐρύμαχος, Πολύβου πάϊς, ἦρχ’ ἀγορεύειν
    κερτομέων Ὀδυσῆα· γέλω δ’ ἑτάροισιν ἔτευχε· __ (σ350)

    2 _ Γενικά, φίλος _ π.χ. “νυκτός, δαιτός” (ομ.ύμ.)

    3 _ Μεταφορικά, για πράγματα _ π.χ. ο ούριος άνεμος λέγεται “ἑσθλὸς ἑταῖρος” (λ7, μ149)

    4 _ Κυρίως είναι επίθετο _ π.χ. “ἑταῖρος ἀνήρ” (Ρ466, θ584), “πολλοὶ λαοὶ ἕταροι” (Ν710) = πολλοί άνθρωποι (που ήταν) σύντροφοι.

    ΣΥΝΤΑΞΗ >>

    Με δοτική _ π.χ.

    Ἕκτορι δ’ ἦεν ἑταῖρος, ἰῇ δ’ ἐν νυκτὶ γένοντο, __ Σ251

    Ε Τ Α Ι Ρ Ο Σ > Μορφολογία (κλίση)

    (Οι τύποι που εμφανίζονται στα ομηρικά έπη.)

    ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
    Ονομ.ἑταῖρος

    ἑτάρω
    ἑταῖροι
    ἕταροι
    Γεν.ἑταίρου
    ἑτάροιο, ἑτάρου
    ἑταἰρων
    ἑτάρων
    Δοτ.ἑταίρῳ
    ἑτάρῳ
    ἑταίροισι
    ἑτάροισι, ἑτάροις
    Αιτ.ἑταῖρον
    ἕταρον
    ἑταίρους
    ἑτάρους
    Κλητ.
    ἔταρε
    ἑταῖροι
    ἕταροι
  • ἄνθρωπος, ὁ

    ἄνθρωπος, ὁ

    ἄνθρωπος, ὁ

    Ουσιαστικό, αρσενικό. Δεύτερη κλίση.

    Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Σ > Σημασίες

    Άνθρωπος

    1 _ Σε αντίθεση προς τους θεούς και τα κτήνη _ π.χ.

    (α) Ο Απόλλων προς τον Διομήδη: δεν είναι ίσοι κι όμοιοι οι άνθρωποι με τους αθάνατους θεούς.

    φράζεο Τυδεΐδη καὶ χάζεο, μηδὲ θεοῖσιν
    ἶσ’ ἔθελε φρονέειν, ἐπεὶ οὔ ποτε φῦλον ὁμοῖον
    ἀθανάτων τε θεῶν χαμαὶ ἐρχομένων τ’ ἀνθρώπων. __ (Ε442)

    (β) Αφού μεταφέρει μήνυμα στον Ποσειδώνα, ο Ύπνος επιστρέφει στην κανονική του ασχολία κοντά στους ανθρώπους.

    Ὣς εἰπὼν ὃ μὲν ᾤχετ’ ἐπὶ κλυτὰ φῦλ’ ἀνθρώπων __ (Ξ361)

    (γ) Ο Ζευς πετά την Άτη από τον ουρανό στη γη. Από τότε, εκείνη ασχολείται με τους ανθρώπους.

    ὣς εἰπὼν ἔῤῥιψεν ἀπ’ οὐρανοῦ ἀστερόεντος
    χειρὶ περιστρέψας· τάχα δ’ ἵκετο ἔργ’ ἀνθρώπων. __ (Τ134)

    2 _ Μεταξύ των άνθρώπων συγκαταλέγονται και οι ήρωες που έχουν τελειώσει τον επίγειο κύκλο της ζωής τους και πλέον κατοικούν στις νήσους των μακάρων (δ565, δ568) – σε αντίθεση με το είδωλο, τη “σκιά” που είναι η ψυχή των κανονικών πεθαμένων.

    ΣΥΝΤΑΞΗ >>

    1. και με άλλο ουσιαστικό _ π.χ.
      • ἄνθρωπος ὁδίτης (Π263, ν123) = οδοιπόρος
    2. και με εθνικό όνομα (Ομ.Ύμ.)
      • ἄνθρωποι ἠοῖοι, ἑσπέριοι (θ29) = τα έθνη τα ανατολικά, τα δυτικά.

    Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Σ > Μορφολογία (κλίση)

    (Οι τύποι που εμφανίζονται στα ομηρικά έπη.)

    ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
    Ονομ.ἄνθρωποςἄνθρωποι
    Γεν.ἀνθρώποιο
    άνθρώπου
    ἀνθρώπων
    Δοτ.ἀνθρώποισι
    ἀνθρώποις
    Αιτ.ἀνθρώπους
    Κλητ.
  • ἀνήρ, ὁ

    ἀνήρ, ὁ

    ἀνήρ, ὁ

    Ουσιαστικό, αρσενικό. Τρίτη κλίση.

    ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση). – Οικογένεια λέξεων.

    Α Ν Η Ρ > Σημασίες

    (Ι) Άντρας

    1. Κατά το γένος, σε αντίθεση προς τη γυναίκα (Ρ435, φ323)
    2. Κατά την ηλικία, ο ώριμος, τελείως ανεπτυγμένος, στρατεύσιμος άντρας, σε αντίθεση προς τον «νέον» («ὁπλότερος» κτλ) και προς τον «γέροντα» («προγενέστερος ἀνήρ»)
    3. Κατά την τάξη, ο ελεύθερος άντρας, προπάντων ο ηγεμόνας και αρχηγός > πρβλ. «ἀνὴρ δήμου» (Β198) – «ἀνὴρ προϊκτης» (=επαίτης, ρ352)
      • προς χαρακτηρισμό έξοχου άντρα προστίθεται πάντα κάποιος προσδιορισμός, π.χ., «ἀρχός, βασιλεύς, ἀγός, ἔξοχος κτλ ἀνήρ»
      • συχνά, προστιθέμενο στα εθνικά («Ἀργεῖος ἀ.») καθιστά την έκφραση εντιμότερη: το ίδιο και στις εκφράσεις «ἄνδρες ἡμίθεοι, ἥρωες»)
    4. Με τιμητική έννοια, =ανδρείος, π.χ., «ἀνέρες ἔστε, φίλοι» (Ε529)
    5. Ο σύζυγος (Τ291, λ327)
    Ο ἀνήρ της Οδύσσειας. Οδυσσέας στον Άδη.

    (ΙΙ) Ἄνθρωπος, σε αντίθεση προς τους θεούς, ιδίως στον πληθ. (Α403), ιδίως στη φράση «πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε» (=Ζεύς), σπανιότερα στον ενικό (Ν321, Σ432, Σ433) || συχνό το «βροτός, θνητός ἀ.»

    Α Ν Η Ρ > Μορφολογία (κλίση)

    Ο Όμηρος χρησιμοποιεί τύπους από δύο διακριτά παραδείγματα κλίσης για τη λέξη (ανάλογα με τις ανάγκες του μέτρου).

    (α) Υγρόληκτο, διπλόθεμο, ακατάληκτο σε -ήρ, γεν. -έρος.

    ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
    Ονομ.ἀνήρἀνέρεἀνέρες
    Γεν.ἀνέρος[ἀνέρων]
    Δοτ.ἀνέρι
    Αιτ.ἀνέραἀνέρεἀνέρας
    Κλητ.[ἆνερ]

    (β) Υγρόληκτο, συγκοπτόμενο διπλόθεμο, ακατάληκτο σε -ήρ, γεν. -ρος.

    ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
    Ονομ.ἀνήρἄνδρεἄνδρες
    Γεν.ἀνδρόςἀνδρῶν
    Δοτ.ἀνδρίἀνδράσι
    Αιτ.ἄνδραἄνδρεἄνδρας
    Κλητ.ἄνερ

    Α Ν Η Ρ > Οικογένεια λέξεων

    (Ι) κύρια ονόματα, σύνθετα με τη λέξη Α Ν Η Ρ (29)

    Ἀγαπήνωρ γιος του Αγκαίου, βασιλιά και στρατηγού των Αρκάδων (Β609)
    Άγήνωργιος του Αντήνορα και της Θεανούς, ένας από τους ανδρειότατους ήρωες της Τροίας (Δ467, Λ59)
    [Ἀλεγήνωρ]συνάγεται από το πατρωνυμικό Ἀλεγηνορίδης (Ξ503)
    Ἀλέξανδρος– ἀλέξω + ἀνήρ (= αυτός που αποκρούει τους άνδρες).
    – τιμητικό όνομα του Πάριδος, που του δόθηκε επειδή, όσο ήταν ποιμένας, αντιστάθηκε πολλές φορές με ανδρεία ενάντια σε ληστές (Γ16)
    Ἀλκάνδρηγυναίκα του Πολύβου στις αιγυπτιακές Θήβες (δ126)
    Ἄλκανδρος– ἀλκή + ἀνήρ.
    – Λύκιος που φονεύτηκε από τον Οδυσσέα (Ε678)
    Ἀνδραίμων– άντρας της Γοργούς, κόρης του Οινέα
    – πατέρας του Θόαντα, ο οποίος βασίλεψε μετά τον Οινέα στην Καλυδώνα της Αιτωλίας (Β638)
    Ἀνδρομάχη
    Ἀντήνωρ
    Βιήνωρ
    Δεισήνωρ
    Ἐλεφήνωρ
    Ἐλπήνωρ
    [Εὐήνωρ]
    Εύχήνωρ
    Ἰάνειρα
    Ἴσανδρος
    Καλλιάνειρα
    Κασσάνδρη
    Καστιάνειρα
    Λύσανδρος
    Μετάνειρα
    Πείσανδρος
    Πεισήνωρ
    Προθοήνωρ
    Ῥηξήνωρ
    Ὑπερήνωρ
    Ὑπήνωρ
    Ὑψήνωρ

    (ΙΙ) κλιτές λέξεις, σύνθετες με τη λέξη Α Ν Η Ρ (24)

    ἀγαπήνωρ, ὁ– ἀγαπάω + ἀνήρ.
    – αυτός που αγαπά τους άνδρες (= ανδρείους) ή την ἠνορέην (= ανδρεία) => ο ανδρείος
    – επίθετο των ηρώων
    ἀγηνορίη, ἡ– για καλό: ανδρεία, τόλμη, θάρρος, ευτολμία
    – για κακό: ύβρις, αυθάδεια
    ἀγήνωρ, ὁ, ἡ– ἄγαν + ἀνήρ. Ποιητικό.
    – για καλό: ανδρείος, θαρραλέος, αντρειωμένος, σύνηθες επίθετο των ηρώων
    – για κακό: υπερόπτης, υβριστής, αγέρωχος, αυθάδης
    ἀνδράγρια, τά– ἀνήρ + ἄγρα
    – λάφυρα, τα σκύλα, spolia, τα όπλα που αφαιρούνται από τον φονευθέντα πολέμιο
    ἀνδρακάς (επίρρημα)ἀνήρ + κάτα.
    (διανέμω) κατά άνδρα
    ἀνδράποδον, τόδούλος (Η475, ἅπαξ)
    ἀνδραχθής, -ές– ἀνήρ + ἄχθος.
    – αυτός που γίνεται επαχθές βάρος στους (άλλους) άνδρες, “χερμάδια” (κ121, ἅπαξ)
    ἀνδρόκμητος
    ἀνδροκτασίη, ἡ
    ἀνδρόμεος, -έη, -εον– που ανήκει σε άνθρωπο
    – μπορεί να είναι “κρέας”, “αίμα”, “χρώς” (= σώμα), “ὅμιλος”, “ψωμοί” (= τεμάχια κρέατος”
    – η κατάληξη της λέξης είναι μοναδική
    ἀνδροτής [ἀδροτής]
    ἀνδροφάγος, -ον– ανθρωποφάγος
    – επίθετο του Πολυφήμου
    ἀνδροφόνος, -ον– ανθρωποκτόνος
    – μπορεί να είναι πρόσωπο (Άρης, Έκτωρ), χεῖρες (του Αχιλλέα), φάρμακον (α261)
    ἀνδροφόντης, ὁ [ἀνδρεϊφόντης] [ἀνδριφόντης]– ἀνήρ + φονεύω.
    ἀνήνωρ
    ἀντιάνειρα
    βοτιάνειρα [βωτιάνειρα]
    εὐήνωρ
    ἠνορέη
    κυδιάνειρα
    ῥηξηνορίη
    ῥηξήνωρ
    ὑπερηνορέω
    φθισήνωρ