ψυχή, ἡ

Συντάχθηκε από

σε

ψυχή, ἡ

Ουσιαστικό, θηλυκό. Πρώτη κλίση.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση). – Οικογένεια λέξεων. – Ετυμολογία.

Ψ Υ Χ Η > Σημασίες

Κυριολεκτικά, η πνοή, αναπνοή – και επειδή αυτή είναι το σημείο της ζωής >>

(Ι) ζωική δύναμη, ζωή, “ψυχή” _ π.χ.

“τὸν ἔλιπε ψυχή” (Ε696) =

(α) του έφυγε η ψυχή, λιποθύμησε, αλλἀ και

(β) τον εγκατέλειψε η ψυχή, πέθανε (ξ426, για ζώο).

Αυτή τη ζωική δύναμη την φαντάζονταν ως κάποια πραγματική ουσία, η οποία, όταν, ο άνθρωπος πέθαινε, έβγαινε είτε από το στόμα (από όπου προκύπτει η ΝΕ φράση “βγαίνει η ψυχή του” = πεθαίνει) είτε από κάποιο τραύμα (Ξ518, Π505).

>> ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

  • Συνάπτεται με λέξεις όπως “μένος” (Ε296, Θ123), “αἰών” (Π453), “θυμός” (Λ334).

Άλλες φράσεις:

  • ψυχῆς ὄλεθρος (Χ325)
  • περὶ ψυχῆς μάχομαι (χ245) = μάχομαι για τη ζωή μου
  • θέον περὶ ψυχῆς Ἕκτορος (Χ161, ι423)
  • (στον πληθ.) ψυχὰς παρθέμενοι (γ74, ι255) = διακινδυνεύοντας τη ζωή τους
  • ψυχὰς ὀλέσαντες (Ν763).

(ΙΙ) η “ψυχή” των πεθαμένων, η οποία χωρίζεται από το σώμα με τον θάνατο, η σκιά που βρίσκεται στον Άδη: είναι χωρίς σώμα, αλλά διατηρεί τη μορφή του σώματος (Ψ65, Ψ106, λ84. λ205). Πρόκειται, λοιπόν, για ένα είδωλο, οπότε συνάπτονται οι δύο έννοιες “ψυχὴ καὶ εἴδωλον” (Ψ104, ω14). Με τη σημασία αυτή είναι αντίθετο προς το σώμα, το οποίο αποτελούσε το “εγώ” του αρχαίου Έλληνα (Α3).

Από την ψυχή αυτή λείπει η πνευματική δύναμη και ζωή, οι “φρένες” (Ψ104). Μόνο η ψυχή του Τειρεσία διατηρεί τις “φρένες” της μετά θάνατον (κ493). Η ψυχή στον Άδη δεν έχει συνείδηση του εαυτού της (λ476) και μόνο όταν ποτιστεί με αίμα παίρνει πρόσκαιρα κάποιου είδους “ζωή” και συνείδηση (λ153, λ232).

Καταστάσεις της ψυχής δεν μνημονεύνται στον Όμηρο.

Ψ Υ Χ Η > Μορφολογία (κλίση)

ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
Ονομ.ψυχήψυχαί
Γεν.ψυχῆςψυχέων
Δοτ.ψυχῇ
Αιτ.ψυχήνψυχάς
Κλητ.

Ψ Υ Χ Η > Οικογένεια λέξεων

>> Ομηρικό Λεξιλόγιο

ψύχω => η βάση για τον σχηματισμό όλων των άλλων μορφών.

ἀναψύχω

ἀποψύχω

ψῦχος

ψυχρός

>> ΝΕ λεξιλόγιο

ψυχικός, εμψυχώνω, (μετ)εμψύχωση, έμψυχος / άψυχος

κατάψυξη, ψυκτικός, ψυγείο, αναψυκτικό, ψύκτης, ψύκτρα (η)

Ψ Υ Χ Η > Ετυμολογία

Προβληματική προέλευση. Παλιότερες απόψεις συνέδεαν την ελληνική λέξη με σανσκριτική ρίζα. Σήμερα θεωρείται πιθανή η άποψη ότι είναι προ-ελληνικής προέλευσης.

Δεδομένου ότι στα αρχαία ελληνικά υπάρχει το ρήμα “πνέω” (= φυσώ, αναπνέω), οι φιλόλογοι θεωρούν ότι το ρήμα “ψύχω” σημαίνει “ψυχραίνω, ξηραίνω με τον αέρα”. Με την έννοια “ψυχραίνω”, βρίσκουμε στην πεζογραφία αντίστοιχες εκφράσεις προερχόμενες από άλλα ρήματα (ῥῖγος, κρύος, πάγος).

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *