πόλις (πτόλις), ἡ

Συντάχθηκε από

σε

πόλις, ἡ

Ουσιαστικό, θηλυκό. Τρίτη κλίση.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση). – Οικογένεια λέξεων. – Ετυμολογία.

Π Ο Λ Ι Σ > Σημασίες

(1) __ κυρίως, τόπος συναναστροφής και συγκατοίκησης ανθρώπων, πόλη,

(α) ομοιόπτωτα προς το όνομα της πόλης _ π.χ.

  • πόλιν Τροίην (λ510), πόλιν Καλυδῶνα (Ι530)

(β) κατ’εξοχήν η πατρίδα (α170, κ416)

(γ) ἄκρη πόλις (Ζ88, Ζ257) = ακρόπολη.

(2) __ τα περίχωρα της πόλης (ζ177)

Στη φράση “πόλις καὶ ἄστυ” (Ρ144), κάποιοι θεωρούν ότι σημαίνει την κοινότητα, την πολιτεία >> (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. ἄστυ).

Π Ο Λ Ι Σ > Μορφολογία (κλίση)

(α) πόλις

ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
Ονομ.πόλιςπόλιες
πόληες
Γεν.πόλιος
πόληος
πολίων
Δοτ.πόλει
πόληι
πολίεσσι
Αιτ.πόλινπόλεις / πόλιας
πόληας
Κλητ.

(β) πτόλις

ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
Ονομ.πτόλις
Γεν.πτόλιος
Δοτ.πτόλεϊ
Αιτ.πτόλιν
Κλητ.

Π Ο Λ Ι Σ > Οικογένεια λέξεων

>> Ομηρικό Λεξιλόγιο

πολισσόος

πτολίπορθος, πτολιπόρθιος

ἀκρόπολις

ἑκατόμπολις

ἐρυσίπτολις

πτολίεθρον

πολίτης

πολίζω

>> ΑΕ λεξιλόγιο

πολιτικός

πολιτεύομαι (= συμμετέχω στις κρατικές υποθέσεις)

πολιτισμός (= διοίκηση)

Πολιεύς (αρσ.) = προστάτης πόλης / Πολιάς (θηλ.)

Π Ο Λ Ι Σ > Ετυμολογία

Με αναγωγή σε ΙΕ ρίζα, στην πόλιν ή πτόλιν αντιστοιχούν

  • η σανσκριτική λέξη pur, puram, γεν. purah (θηλ.) = πόλη, ακρόπολη,
  • η λιθουανική λέξη pilis (θηλ.) = οχυρό.

Αρχική έννοια: κορυφή λόφου. Επίσης, περίκλειστο μέρος, συχνά σε ύψωμα, ακρόπολη.

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *