θυμός, ὁ
Ουσιαστικό, ουδέτερο.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση). – Οικογένεια λέξεων.
Α Λ Γ Ο Σ > Σημασίες
Πόνος, σωματικός και ψυχικός. Συνήθως, στον πληθ. = κόποι, ταλαιπωρίες, κακουχίες, θλίψεις κτλ. _ π.χ.
- «ἄλγεα διδόναι» (Α96), «τεύχειν» (Α 110),
- «ἄλγεα φέρω (μ427) = προξενώ, παρασκευάζω λύπες,
- «ἄλγεα πάσχω» (Β667) = υποφέρω κόπους, κινδύνους, ιδίως πολεμικούς ή θαλάσσιους (α4) ή στο κυνήγι (ι121),
- «ἄλγεα ἔχω»(λ582, λ593),
- «κεῖται ἐν ἄλγεσσι θυμός» (φ88) = η καρδιά είναι βυθισμένη στις λύπες.
Α Λ Γ Ο Σ > Μορφολογία (κλίση)
| Ενικός | Δυϊκός | Πληθυντικός | |
| Ονομ. | ἄλγος | – | ἄλγεα |
| Γεν. | – | – | |
| Δοτ. | ἄλγεσι | ||
| Αιτ. | ἄλγος | ἄλγεα | |
| Κλητ. | – |
Α Λ Γ Ο Σ > Οικογένεια λέξεων
>> Ομηρικό Λεξιλόγιο
ἀλέγω
άλεγίζω
ἀλεγύνω
ἀλγέω
ἀργαλέος
ἀπηλεγέως
δυσηλεγής
τανηλεγής
ἀλεγεινός
θυμαλγής
ἀλγίων, ἄλγιστος
>> ΝΕ λεξιλόγιο
ισχιαλγία, νοσταλγία
ανάλγητος, αναλγητικό

Αφήστε μια απάντηση