πτολίεθρον, τό
Ουσιαστικό, ουδέτερο. Δεύτερη κλίση.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Σημασίες. – Μορφολογία (κλίση).
Π Τ Ο Λ Ι Ε Θ Ρ Ο Ν > Σημασίες
Πόλη, πάντοτε με την ονομασία αυτής στη γενική _ π.χ.
- Ἰλίου πτολίεθρον (Β133).
Βλ. πόλις, πτόλις.
Ο τύπος “πολίεθρον” είναι άχρηστος.
Π Τ Ο Λ Ι Ε Θ Ρ Ο Ν > Μορφολογία (κλίση)
Τύποι που εμφανίζονται στα ομηρικά έπη.
| Ενικός | Δυϊκός | Πληθυντικός | |
| Ονομ. | πτολίεθρον | – | – |
| Γεν. | – | – | – |
| Δοτ. | – | – | |
| Αιτ. | πτολίεθρον | πτολίεθρα | |
| Κλητ. | – |

Αφήστε μια απάντηση