ἑταῖρος, ὁ

ἑταῖρος, ονομαστική ενικού

Συντάχθηκε από

σε

ἑταῖρος, ὁ

Ουσιαστικό, αρσενικό. Δεύτερη κλίση.

Ε Τ Α Ι Ρ Ο Σ > Σημασίες

Σύντροφος, φίλος αχώριστος, οπαδός.

1 _ Στον Όμηρο, ιδίως για συστρατιώτες, συνοδοιπόρους, συμπλέοντες _ π.χ.

(α) ο Αγαμέμνων αψηφά τον Αχιλλέα: “όταν πας στο σπίτι σου με τα καράβια και τους συμπολεμιστές σου, να βασιλεύεις στους Μυρμιδόνες” (και να μην κάνεις σε μένα τον καμπόσο)

οἴκαδ’ ἰὼν σὺν νηυσί τε σῇς καὶ σοῖς ἑτάροισι __ (Α179)
Μυρμιδόνεσσιν ἄνασσε, σέθεν δ’ ἐγὼ οὐκ ἀλεγίζω,

(β) ο Οδυσσέας πασχίζει να σώσει τη ζωή του και τον γυρισμό των πρώην συμπολεμιστών του (και νυν πληρώματος στο καράβι που θέλουν να τους πάει στην πατρίδα

ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων __ (α5)

αλλά λέγεται και για

(γ) συνδαιτημόνες

ἔσκε δ’ ἐνὶ Τρώεσσι Ποδῆς υἱὸς Ἠετίωνος,
ἀφνειός τ’ ἀγαθός τε· μάλιστα δέ μιν τίεν Ἕκτωρ
δήμου, ἐπεί οἱ ἑταῖρος ἔην φίλος εἰλαπιναστής· __ (Ρ577)

(δ) τους Μνηστήρες της Πηνελόπης

τοῖσιν δ’ Εὐρύμαχος, Πολύβου πάϊς, ἦρχ’ ἀγορεύειν
κερτομέων Ὀδυσῆα· γέλω δ’ ἑτάροισιν ἔτευχε· __ (σ350)

2 _ Γενικά, φίλος _ π.χ. “νυκτός, δαιτός” (ομ.ύμ.)

3 _ Μεταφορικά, για πράγματα _ π.χ. ο ούριος άνεμος λέγεται “ἑσθλὸς ἑταῖρος” (λ7, μ149)

4 _ Κυρίως είναι επίθετο _ π.χ. “ἑταῖρος ἀνήρ” (Ρ466, θ584), “πολλοὶ λαοὶ ἕταροι” (Ν710) = πολλοί άνθρωποι (που ήταν) σύντροφοι.

ΣΥΝΤΑΞΗ >>

Με δοτική _ π.χ.

Ἕκτορι δ’ ἦεν ἑταῖρος, ἰῇ δ’ ἐν νυκτὶ γένοντο, __ Σ251

Ε Τ Α Ι Ρ Ο Σ > Μορφολογία (κλίση)

(Οι τύποι που εμφανίζονται στα ομηρικά έπη.)

ΕνικόςΔυϊκόςΠληθυντικός
Ονομ.ἑταῖρος

ἑτάρω
ἑταῖροι
ἕταροι
Γεν.ἑταίρου
ἑτάροιο, ἑτάρου
ἑταἰρων
ἑτάρων
Δοτ.ἑταίρῳ
ἑτάρῳ
ἑταίροισι
ἑτάροισι, ἑτάροις
Αιτ.ἑταῖρον
ἕταρον
ἑταίρους
ἑτάρους
Κλητ.
ἔταρε
ἑταῖροι
ἕταροι

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *